Η τελευταία ξενάγηση στο ατμοσφαιρικό Μουσείο Σπύρου Βασιλείου

Η τελευταία ξενάγηση στο ατμοσφαιρικό Μουσείο Σπύρου Βασιλείου

Η «λάμπα», η «ξύλινη εσωτερική σκάλα», ο «χαρταετός» και η «λατέρνα» γίνονται «αστικά σύμβολα» και ενώνουν αναμνήσεις, σκέψεις και προβληματισμούς μας για την Αθήνα -την παλιά και τη σημερινή. H εγγονή του μεγάλου εικαστικού Σπύρου Βασιλείου, Λούση Έλλιοτ, μας προσκάλεσε σε μία ξενάγηση στο σπίτι-μουσείο όπου έζησε και δημιούργησε ο καλλιτέχνης για, περίπου, 30 χρόνια. Θεωρητικά είναι η τελευταία ξενάγηση, καθώς το μουσείο κλείνει τις πόρτες του για το κοινό ύστερα από μια πενταετία οικονομικής δυσχέρειας. Και λέω «θεωρητικά», γιατί θέλω να διατηρώ μια κρυφή ελπίδα ότι θα βρεθεί μια λύση για να επιβιώσει το βιωματικό αυτό μουσείο.

Της Τζένης Χαραλαμπίδου

Η ιδέα ήταν της γυναίκας του, Κικής (Αγγελικής). Αφού ο ζωγράφος έφυγε από τη ζωή, έλεγε στις κόρες της, τη Δροσούλα και τη Δήμητρα, ότι θέλει αυτό το σπίτι, το σπίτι όπου έζησε και δημιούργησε ο σύζυγός της, να γίνει μουσείο. Ο ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου έζησε στο νεοκλασικό σπίτι της οδού Γουέμπστερ 5, στην περιοχή της Ακρόπολης, από το 1957 μέχρι τον θάνατο του, το 1985. Ήταν ένα πολύ ανοιχτό σπίτι, γιατί ο Βασιλείου ήθελε να υπάρχει συνεχώς κόσμος στο σπίτι του. Έτσι το είχε φανταστεί και η Κική μετά, όταν τον είχε χάσει πια… ένα σπίτι-μουσείο συνεχώς ανοιχτό στον κόσμο, σε παιδιά, σε φοιτητές, σε φιλότεχνους κ.ά.


Δείτε στο video απόσπασμα από την εκπομπή «Μονόγραμμα» -Ο Σπύρος Βασιλείου μιλάει για τη γνωριμία του με την Κική

                                                                                         


                                                                Το όνειρο της Κικής 


Σπύρος Βασιλείου

Σπύρος Βασιλείου



Τελικά, αυτή η ιδέα πήρε σάρκα και οστά από τις κόρες και τις εγγονές του, όταν η γιαγιά Κική πέθανε (2001). Άρχισαν αμέσως οι εργασίες για να γίνουν οι απαραίτητες μετατροπές (φωτισμός, κλιματισμός κ.λπ.), έγινε αίτημα προς το υπουργείο Πολιτισμού και τελικά δόθηκε επιδότηση από το Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού για να διαμορφωθεί το σπίτι-ατελιέ σε μουσείο. Τα εγκαίνια έγιναν την Καθαρή Δευτέρα του 2004. Τα πρώτα χρόνια το μουσείο είχε τεράστια απήχηση. Πολλά ήταν τα σχολεία που επισκέπτονταν το μουσείο κάθε χρόνο, οργανώνοντας εκθέσεις του Βασιλείου με διάφορες θεματικές, και το μουσείο ήταν πράγματι όπως το είχε ονειρευτεί η Κική: γεμάτο από κόσμο.


Όμως, από το 2009 η προσέλευση του κόσμου άρχισε να μειώνεται σημαντικά και το μουσείο άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα -η βιωσιμότητά του δεν ήταν πια δεδομένη. Το αντίθετο. Ένας καθημερινός αγώνας άρχισε για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του μουσείου. Το καλοκαίρι του 2014 ανέλαβαν οι εγγονές του Λούση Έλλιοτ (η πιο μικρή κόρη της Δροσούλας Βασιλείου) και Αντώνια Φωτοπούλου (κόρη της Δήμητρας Βασιλείου).


Η Λούση, προερχόμενη από τον επιχειρηματικό κλάδο, έκανε πολλές προσπάθειες για να αλλάξει η οικονομική κατάσταση του μουσείου, που όμως δεν καρποφόρησαν. Η οικονομική κατάσταση στη χώρα την ξεπερνά. Γρήγορα είδε την τεράστια πτώση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, που αποτελούσαν και την κύρια πηγή πόρων του μουσείου. Τότε συνειδητοποίησε ότι το μουσείο αδυνατούσε «να στηρίξει τον εαυτό του».


Παράλληλα, η οικογένεια του Βασιλείου δεν μπορούσε πλέον να στηρίζει το μουσείο οικονομικά, κάτι που το έκανε τα τελευταία έξι χρόνια. Η οικογένεια, λοιπόν, αναγκάστηκε να προχωρήσει στο κλείσιμο του μουσείου. Έκανε όμως, αίτημα σε κάποιον μη κερδοσκοπικό οργανισμό να φιλοξενήσει τα περίπου 30 έργα του Βασιλείου, τη συλλογή του και διάφορα προσωπικά αντικείμενα, κάποια μικροέπιπλα από το σπίτι του, αλλά και το Αρχείο Βασιλείου, που μόνο ένα μόνο μέρος του είναι ταξινομημένο. Απάντηση, ακόμα, δεν έχει δοθεί. Μετά, αφού το μουσείο μεταφερθεί σε άλλον χώρο, το σπίτι του μεγάλου ζωγράφου θα το αξιοποιήσει η οικογένειά του.


Δείτε στο video απόσπασμα από την εκπομπή «Μονόγραμμα» -Ο Σπύρος Βασιλείου μιλάει για το σπίτι-ατελιέ του 

Η εγγονή του Σπύρου Βασιλείου, Λούση Έλλιοτ

Η εγγονή του Σπύρου Βασιλείου, Λούση Έλλιοτ



Μία από τις μεγάλες αγωνίες της οικογένειας είναι η διάσωση και ταξινόμηση του αρχείου του Σπύρου Βασιλείου, που έχει ανάγκη άμεση επαγγελματική ψηφιοποίηση. Αν δεν ψηφιοποιηθεί, θα χαθεί. Δεν είναι δα και μικρό, ούτε ασήμαντο: ιστορημένα χειρόγραφά του από την περίοδο της Κατοχής, έγγραφα, προσωπικές φωτογραφίες του, επιστολές του προς την Κική, κατάλογοι από θεατρικές παραστάσεις των οποίων τα σκηνικά είχε επιμεληθεί, σχεδιαγράμματα, προσχέδια μακέτας, μπομπίνες που κανείς δεν γνωρίζει τι εμπεριέχουν, σλάιτς… Ένας ανεκτίμητος θησαυρός, με λίγα λόγια, όπου σε αυτόν καταγράφεται, σε μεγάλο βαθμό, η ζωή της παλιάς Αθήνας.
«Με ρωτάνε αν ζωγραφίζω… Όχι δεν ζωγραφίζω, αλλά φροντίζω. Φροντίζω να διασωθεί στον χρόνο το έργο του παππού μου. Τον έζησα 10 χρόνια, τον αγάπησα και τον αγαπώ… θεωρώ ότι είμαι μια πλεξούδα με ό,τι είχε κάνει γιατί στάθηκα στα πόδια του αρκετά χρόνια, στο καβαλέτο του στην Ερέτρια (σ.σ.: στο εξοχικό της οικογένειας) και θεωρώ ότι είμαι «ποτισμένη» με τη δουλειά του. Και επειδή καταλαβαίνω την αξία της, θέλω να την προστατεύσω για τις επόμενες γενιές. Και θα το κάνω, απλώς πρέπει να βρω τους τρόπους. Είναι αυτό για μένα σκοπός ζωής!».


Στο video, η εγγονή του Σπύρου Βασιλείου, Λούση Έλλιοτ, μιλάει για τον βιωματικό χώρο του ατελιέ-μουσείου

Όπου και αν θα μεταφερθεί, λοιπόν, αυτή η συλλογή, θα αφαιρεθεί ένα πολύ ωραίο στοιχείο.


Οι επιλογές στο πάτωμα, στα έπιπλα, στους τοίχους (σ.σ.: το sgraffito μιας Μουσείο Σπύρου Βασιλείουγοργόνας στον κεντρικό τοίχο), τα χαράγματα των φίλων στις κολώνες του 2ου ορόφου, η λατέρνα που τόσο αγαπούσε και μάλιστα την τοποθετούσε μέσα στους πίνακές του, η εσωτερική σκάλα, η λάμπα με τις σιδερένιες σκαλιστές γοργόνες, η ραπτομηχανή της γυναίκας του… στην ειλικρίνεια των υλικών αυτών συμπυκνώνεται η ιδιαιτερότητα της οικίας-ατελιέ τού μεγάλου εικαστικού που βρίσκεται στην περιώνυμη οδό με το ξενικό όνομα, Γουέμπστερ, στον αριθμό 5, στην περιοχή της Ακρόπολης. «Αυτό που με στεναχωρεί περισσότερο είναι ότι τα παιδιά των επόμενων γενεών δεν θα μπορέσουν να δουν, να νιώσουν, να αγγίξουν, να αναπνεύσουν σε αυτόν τον χώρο…», τονίζει χαρακτηριστικά η Λούση Έλλιοτ.


Το μουσείο ήδη έχει κλείσει για το κοινό και μόνο κάποιες ιδιωτικές ξεναγήσεις πραγματοποιούνται πλέον. Οι κόρες και τα εγγόνια του Σπύρου Βασιλείου αγωνίζονται να ανοίξει ξανά, στον ίδιο βιωματικό χώρο της οδού Γουέμπστερ. «Θέλουμε το μουσείο να αποτελεί και πάλι βασικό μέρος εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Μερικά σχολεία μέχρι πρότινος θεωρούσαν το μουσείο αυτό μέσα στα πέντε πρώτα πιο σημαντικά της χώρας και κάθε χρόνο μας επισκέπτονται. Είναι πολύ σημαντικό να έρχονται εδώ τα νέα παιδιά και να ζουν αυτόν τον βιωματικό χώρο. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολύ λίγα σπίτια-μουσεία και είναι κρίμα αυτό να χαθεί», δηλώνει η εγγονή του Σπύρου Βασιλείου.


Σπύρος Βασιλείου (1902 ή 1903 Γαλαξίδι – 1985 Αθήνα) 


Εκδηλώνοντας από μικρή ηλικία κλίση στη ζωγραφική, ήρθε το 1921 στην Αθήνα, όπου ως το 1926 σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους τον Αλέξανδρο Καλούδη αρχικά και τον Νικόλαο Λύτρα στη συνέχεια. Το 1930 κέρδισε το Μπενάκειο Βραβείο για τα σχέδια των τοιχογραφιών του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και με τα χρήματα αυτά έκανε το πρώτο μεγάλο εκπαιδευτικό του ταξίδι στην Ευρώπη, ενώ από το 1936 ως το 1939 ολοκλήρωσε την αγιογράφηση του ναού.


Έχοντας ξεκινήσει την εκθεσιακή του δραστηριότητα από το 1926, παρουσίασε το 1929 την πρώτη ατομική του έκθεση στην γκαλερί Στρατηγοπούλου. Ιδρυτικό μέλος των ομάδων «Τέχνη» και «Στάθμη», συμμετείχε σε εκθέσεις τους, καθώς και στις Μπιενάλε της Βενετίας το 1934 και 1964, της Αλεξάνδρειας το 1957 και του Σάο Πάολο το 1959. Το 1955 οι εικόνες που φιλοτέχνησε για τον ναό του Αγίου Κωνσταντίνου του Detroit παρουσιάστηκαν στο Ινστιτούτο της πόλης, ενώ το 1960 το έργο του «Φώτα και Σκιές» εξετέθη στο Μουσείο Guggenheim και τιμήθηκε με το τοπικό βραβείο του ελληνικού τμήματος της AICA. To 1975 και το 1983 το έργο του παρουσιάστηκε στην Εθνική Πινακοθήκη.


Για πολλά χρόνια δίδαξε σε ελεύθερες σχολές και σε σχολές θεάτρου. Από το 1927 άρχισε να ασχολείται και με τη σκηνογραφία, φιλοτεχνώντας τα σκηνικά για πολλά θεατρικά έργα σε ελεύθερες και κρατικές σκηνές, καθώς και σε αρκετές κινηματογραφικές ταινίες. Τα χρόνια της Κατοχής, στρεφόμενος στη χαρακτική, κυκλοφόρησε κρυφά ξυλογραφίες, εικονογραφημένα χειρόγραφα και χειρόγραφες εκδόσεις. Η καλλιτεχνική του δημιουργία περιλαμβάνει επίσης εικονογραφήσεις βιβλίων, παράλληλα με τη δημοσίευση κειμένων και γελοιογραφιών σε εφημερίδες και περιοδικά, ενώ το 1933, σε συνεργασία με τον Αγήνορα Αστεριάδη, εξέδωσε τα «Παιδικά σχέδια».


Βασικό στέλεχος της «Γενιάς του ’30», ο Σπύρος Βασιλείου διαποτίστηκε από το ιδανικό της ελληνικότητας. Με λάδια, τέμπερες και ακουαρέλες απεικόνισε τον φυσικό και τον αστικό χώρο, προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις και σκηνές της καθημερινής ζωής, συνδυάζοντας επιλεκτικά στοιχεία της παράδοσης με τύπους του κονστρουκτιβισμού, του υπερρεαλισμού, της ποπ αρτ και του φωτογραφικού ρεαλισμού, δημιουργώντας συνθέσεις λυρικές και, συχνά, ονειρικές.


Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου 


Μουσείο Σπύρου Βασιλείου